ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

   

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ  

 

ΝΟΜΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ  

 

(Παλαιά Μονή Φανερωμένης)

 

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

 

Αυτή τη σχολική χρονιά στα πλαίσια της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και αγωγής, ασχοληθήκαμε με το θέμα «Βυζαντινά Μνημεία Νομού Κορινθίας» και ιδιαίτερα με την Παλαιά Μονή Φανερωμένης.

Επιλέξαμε αυτό το θέμα γιατί πιστεύουμε ότι η ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση, έτσι όπως καταγράφεται στις διάφορες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής, δημιουργεί μια καθοδηγητική στάση έναντι του φυσικού περιβάλλοντος. Ιδιαίτερα η ορθόδοξη χριστιανική τέχνη, όπως εκφράζεται μέσα από την αρχιτεκτονική, ζωγραφική, μουσική, ποίηση κ. άλ., συναρτάται με τις ηθικές αξίες, οι οποίες εναρμονίζουν τις απαιτήσεις του ανθρώπου με την ανάγκη ειρηνικής συμβίωσής του με το φυσικό περιβάλλον.

Σκοπός της εφαρμογής του προγράμματος ήταν να εντάξουμε στην εκπαιδευτική μας διαδικασία και στην παιδευτική δυναμική, τις δυνατότητες ανάπτυξης «οικολογικής συνείδησης» και «περιβαλλοντικής ευθύνης».

Να ευαισθητοποιηθούμε στην προσπάθεια διαφύλαξης του φυσικού περιβάλλοντος και στην ανύψωση της αισθητικής μας καλλιέργειας.

Οι στόχοι που θέσαμε κατά την εφαρμογή του προγράμματος ήταν να τονισθεί ιδιαίτερα, ότι τα Χριστιανικά – Βυζαντινά μνημεία (ναοί, μοναστήρια κ.άλ.), υπήρξαν ανέκαθεν χώροι διασφάλισης του σεβασμού προς το φυσικό περιβάλλον. Να τονίσουμε την ανάγκη επίσκεψης των μαθητών σε μοναστήρια, ναούς, όπου σε αυτούς τους χώρους διαφαίνεται η αναπτυγμένη αισθητική του περιβάλλοντος. Να έρθουμε σε άμεση επαφή, μέσα από την έρευνα, τις επισκέψεις σε βυζαντινά μνημεία, με την ελληνορθόδοξη πολιτιστική μας κληρονομιά. Να βοηθηθούμε στην καλλιέργεια πνεύματος συλλογικής εργασίας που θα μας βοηθήσει στη συμμετοχή μας στην κοινωνική ζωή και τη λήψη αποφάσεων.

Οι δραστηριότητές μας περιελάμβαναν επισκέψεις στο χώρο της Παλαιάς Μονής Φανερωμένης, στο Νέο Μοναστήρι συνδυάζοντας τον εκκλησιασμό με τη συλλογή πληροφοριών και προφορικών παραδόσεων από τις μοναχές. Συγκεντρώσαμε τη βιβλιογραφία που υπάρχει και άλλα στοιχεία όπως φωτογραφίες, εικόνες, σχεδιαγράμματα.

Με την επεξεργασία όλου αυτού του υλικού δημιουργήσαμε μια σειρά σλάιτς με το σχολιασμό τους, και ένα  εικονογραφημένο εγχειρίδιο.

  

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Ανατολικά του Χιλιομοδίου εκτείνεται μια μεγάλη δασώδης πευκόφυτη περιοχή. Σε απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων από το Χιλιομόδι στο μέσο του πευκοδάσους, στη θέση ΣΟΪΚΑ, βρίσκεται η Νέα Ιερά Μονή Φανερωμένης (παλιό μετόχι της παλαιάς μονής). Από εδώ, αν προχωρήσει κανείς με νότια κατεύθυνση απόσταση τριών χιλιομέτρων, θα φτάσει στο Παλιό Μοναστήρι   Φτάνοντας βλέπουμε πως τα νώτα του μοναστηριού προς Ν. καταλαμβάνουν  την κάτω   παρειά δασωμένου  υψώματος, που αν το υπερβεί το βλέμμα θα   συναντήσει τις δασώδεις  διαγραφές τριών ορεινών όγκων: της Αμπιδίτσας, της Καλίδεζας και του Δαμιανού.  Έχει λοιπόν πλήρη κάλυψη και προστασία από Ν, ΝΑ και ΝΔ, όπως αναπτύσσονται οι τρεις αυτοί ορεινοί όγκοι, όπως και από τις μεταξύ τους χαραδρώσεις. Προς τη Β πλευρά του μοναστηριού το μάτι φθάνει μέχρι τον Ακροκόρινθο και τα Γεράνεια όρη.

Για όποιον βλέπει από κάτω την τοποθεσία του μοναστηριού με τον ασφαλή περίβολό του, δημιουργείται η εντύπωση ισχυρού προμαχώνα σφηνωμένου σε μια βραχώδη πλαγιά σκληρού ορεινού εδάφους. Όταν φθάσει στο χώρο του μοναστηριού θαυμάζει την οξύτατη αίσθηση των κτητόρων για την άριστη επιλογή του χώρου, που σχεδόν μοναδική, εξασφάλιζε το απρόσβλητο και συγχρόνως την ηρεμία και γαλήνη του τόπου.

          Η 6η Εφορία Βυζαντινών αρχαιοτήτων έκανε ανασκαφές, προκειμένου να αποκαλυφθούν τα κατάλοιπα των ερειπωμένων κτισμάτων, οι φάσεις οικοδόμησής τους και οι χρήσεις                   τους. Όπως  βαδίζουμε  προς  το  Ναό, από  τη  σημερινή διαμορφωμένη είσοδο, προς τα αριστερά υπάρχουν υπολείμματα τοιχοποιίας. Υπάρχει ένας καλοδιατηρημένος θολογύριστος χώρος, που μπορεί να ήταν αποθηκευτικός, η κατασκευή του οποίου τοποθετείται στην Τουρκοκρατία.

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ

 

Για την  Κόρινθο και για όλη την περιοχή που επηρέαζε, σταθμός είναι το έτος 50 μ.Χ., όταν ο απόστολος των Εθνών Παύλος δια μέσου του λιμένα των Κεγχρεών έφθασε στην Κόρινθο και κήρυξε στους Κορινθίους «Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον». Έτσι θεμελίωσε την Αποστολική Εκκλησία της Κορίνθου. Επί 18 μήνες εργάστηκε ο Απόστολος Παύλος στην Κόρινθο και την ευρύτερη περιοχή, για τη στερέωση της νέας θρησκείας- της αγάπης – και την πρόοδό της παρακολουθούσε και από μακριά. Στην προς Τιμόθεον Β` Επιστολή του (Δ` 20)   μνημονεύει την Εκκλησία  της Κορίνθου και εκφράζει την ικανοποίησή του γιατί «ήκμαζεν ανδρουμένη».

  Αποστολική Εκκλησία Κορίνθου αναδείχτηκε σε Μητρόπολη με πλήθος Επισκοπών, ώστε κάλυπτε   ολόκληρη  την  Πελοπόννησο και  τη Στερεά Ελλάδα. Η Κόρινθος έγινε σπουδαιότατο Χριστιανικό κέντρο. Στα όρια της Κορινθιακής γεωγραφικής δικαιοδοσίας υπήρχαν αρκετές επισκοπές όπως: Σικυώνος, Επιδαύρου, Αιγείρας, Ζεμενού, Πολυφέγγους, Δαμαλών, Ταρσού κ.άλ.. Είναι λοιπόν βέβαιο ότι δημιουργείται έντονη Χριστιανική παράδοση στη γύρω περιοχή. Τα μνημεία και η αξία τους από άποψη αρχιτεκτονική, διακοσμητική και διδακτική, καθώς και η ανάπτυξη του μοναχισμού συνηγορούν για την αναπτυγμένη χριστιανική – κοινωνική ζωή του τόπου.

Η παρουσία της μονής Φανερωμένης συνδέεται με τα χριστιανικά μνημεία του παλιού δήμου Κλεωνών και την έντονη χριστιανική παράδοση της περιοχής.

  

ΙΣΤΟΡΙΑ

 Φραγκοκρατία:

Η Παλαιά Μονή Παναγίας της Φανερωμένης είναι κτίσμα του 13ου Βυζαντινού αιώνα. Η θέση που επιλέχτηκε να κτιστεί το μοναστήρι είναι η πλέον ενδεδειγμένη γιατί βρίσκεται στο κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής με έντονη χριστιανική παράδοση και είχε τη δυνατότητα να δράσει πνευματικά.

Κτίστηκε όταν η Κόρινθος βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Φράγκων. Ήταν μια περίοδος σκοτεινή, που σημειώνεται. οικονομική, κοινωνική και πνευματική παρακμή στον τόπο. Δοκιμαζόταν ο λαός, η χώρα, η εθνική ζωή και προ πάντων η Ορθοδοξία.

Οι ιππότες της Δύσεως εργάζονταν υπέρ του καθολικού δόγματος. Δείγμα σαφές των φραγκικών διαθέσεων είναι ότι μοναχοί του τάγματος των Κινστερσιανών ίδρυσαν δική τους μονή στα ΒΔ της αρχαίας Στυμφαλίας, της οποίας τα ερείπια μεγάλης εκκλησίας και ψηλός πύργος σήμερα είναι ευδιάκριτα.

Η Ορθοδοξία ανέπτυξε άμυνα και τα όργανα της τοπικής Εκκλησίας διεξήγαγαν αγώνα  στο αρκετά μακρό και σχετικά σκοτεινό διάστημα εντός του 13ου αιώνα και κατά την πορεία του 14ου. Μέσα στην περιπέτειά τους οι ευσεβείς χριστιανοί ήγειραν μνημεία της Ορθοδοξίας και η πίστη δεν κλονίστηκε. Μέσα σ’ αυτά τα νέα μνημεία κατατάσσεται και η Mονή Παναγίας της Φανερωμένης που έγινε προπύργιο της Ορθοδοξίας και ανέπτυξε πλούσια πνευματική δραστηριότητα στη γύρω περιοχή. Από την αρχή της ίδρυσής της, με πατριαρχικό σιγίλλιο, η Μονή αναγνωρίζεται σταυροπηγιακή. Το τιμητικό αυτό προνόμιο ήταν αποτέλεσμα της πνευματικής και οικονομικής ακμής της.

 Ατζαγιόλη – Δεσποτάτο του Μιστρά:

Από το 1324 διοικούν την Κορινθία οι Ατζαγιόλη και κατόπιν υπάγεται στον δεσπότη του Μιστρά Θ. Παλαιολόγο.

 Τουρκοκρατία (Α` Φάση):

Το 1460 καταλαμβάνουν οι Τούρκοι την Πελοπόννησο. Η χώρα βρίσκεται κάτω από βαρβαρικό καθεστώς και δημιουργείται πλήρης αναστάτωση της ζωής. Για τον υπόδουλο λαό ήταν δύσκολο να συνειδητοποιήσει τη νέα μορφή ζωής.

Η τοπική Εκκλησία κινήθηκε με το καθιερωμένο διοικητικό σύστημα της μεγάλης Εκκλησίας, με τις Μητροπόλεις, τις Επισκοπές, τις ενορίες, από τον αρχιερέα μέχρι τον τελευταίο κληρικό. Ιδιαίτερα εθνωφελής υπήρξε ο μοναχισμός και η προσφορά των μοναστηριών που απέμειναν.

Η περίοδος από το 2ο μισό του 15ου αιώνα και σχεδόν μεγάλο μέρος του 16ου καλύπτεται από σκοτάδι.

Αλλά όπως αρχίζει να ανασυγκροτείται το έθνος ολόκληρο, έτσι και στην Κορινθιακή περιοχή, προ του τέλους του 16ου αιώνα τα εκκλησιαστικά πράγματα βελτιώνονται και μάλιστα όχι μόνο με τη δραστηριότητα των μοναχών, αλλά και με την προσωπική εργασία και τη συνδρομή του λαού. Μπορεί να χαρακτηριστεί η διαδρομή του 16ου αιώνα για τα εκκλησιαστικά της Κορινθίας ως μεταβατική και ανορθωτική. Αυτό βεβαιώνουν τα μνημεία, ότι εντός του 16ου αιώνα υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι ο τόπος κανονικά ανασυγκροτείται. Αποτελούν δημιουργήματα πίστης αλλά και οικονομικής ανάπτυξης σε καιρούς πολλές φορές χαλεπούς.

Στο μοναστήρι της Φανερωμένης ο μοναστηριακός βίος αναδιοργανώνεται και ακμάζει, διακοσμείται εκ νέου το Καθολικό της μονής. Κατά τον 17ο αιώνα η μοναχική ζωή στη Φανερωμένη είναι καλά οργανωμένη.

 

Ενετοκρατία:

Μεταξύ των ετών 1687 – 1715, δηλ. επί μια περίπου 30ετία, παρεμβάλλεται η κατάκτηση της χώρας από τους Ενετούς. Οι Ενετοί ήταν έμποροι και είδαν την Πελοπόννησο σαν μια προσοδοφόρα περιοχή που διευκόλυνε τη θαλάσσια οδό προς την Ανατολή και γι’ αυτό την οργάνωσαν με

τέτοιο τρόπο, ώστε να υπηρετήσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα, αποστραγγίζοντας τον τόπο της κατοχής τους. Επί πλέον πίεζαν τον κόσμο προπαγανδίζοντας υπέρ της Καθολικής Εκκλησίας. Αυτό έκανε τους ορθόδοξους χριστιανούς  να αντιδράσουν και να μισήσουν τους νέους κυρίαρχους και εκμεταλλευτές του τόπου τους.

Η μονή Φανερωμένης σ’ αυτή την περίοδο γίνεται προπύργιο της Ορθοδοξίας κατά της Καθολικής προπαγάνδας. Συγκρατούν το δεσμό με το Πατριαρχείο της Κων/πολης, την κεφαλή της Ορθοδοξίας, και σε συνεργασία με το φωτισμένο Μητροπολίτη Κορίνθου Γρηγόριο Νοταρά αναπτύσσουν μεγάλη πνευματική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή για να αντιμετωπίσουν τις ενετικές καθολικές επεμβάσεις.

 

Τουρκοκρατία (Β` Φάση):

Στις 25 Ιουνίου 1715 ανακαταλαμβάνουν την Πελοπόννησο οι Τούρκοι και προβαίνουν σε πρωτοφανείς ωμότητες, σφαγές, αιχμαλωσίες, διασπορά κατοίκων, κατατρομοκράτηση της χώρας από τους γενίτσαρους. Το μοναστήρι της Φανερωμένης γυμνώθηκε, έγιναν αρπαγές και οι μοναχοί διασκορπίστηκαν. Οι Πατέρες της μονής αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν και διασκορπίστηκαν όπου μπορούσαν να κρυφτούν. Όταν τα πράγματα ησύχασαν, οι μοναχοί επέστρεψαν. Βρήκαν το μοναστήρι, αναστατωμένο, γυμνό. Το επανέφεραν στην προηγούμενη λειτουργικότητά του, αφού το πλούτισαν με νέα σκεύη, άμφια, πράγματα, δείχνοντας αξιοθαύμαστη φιλοπονία, δραστηριότητα και αγάπη γι’ αυτό. Πριν από τη λήξη του 18ου αιώνα η μονή Φανερωμένης ήταν πασίγνωστη, ίσως και να είχε διαλαληθεί η ύπαρξη θαυματουργού εικόνας της προστάτιδας της μονής Παναγίας Φανερωμένης, προς την οποία να προσέφευγαν προσκυνητές.

Ο Κορίνθιος Βυζαντινολόγος Ν. Δ. Καλογερόπουλος αναφέρει ότι, η σημαντικότερη, η παλαιότερη και επισημότερη από όλες τις Μονές της «Φανερωμένης» σε ολόκληρη την Ελλάδα είναι η Κορινθιακή.  

 Επανάσταση:

Η συμβολή της Μονής Φανερωμένης στον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα πριν και μετά, υπήρξε σημαντική. Ο ηγούμενος της Μονής Κοσμάς ιερομόναχος, μέλος της Φιλικής Εταιρείας μαζί με τους πολιτικούς παράγοντες της Κορινθίας και πατριώτες κληρικούς καλούνταν να προετοιμάσουν και να διεξάγουν τον Εθνικό Αγώνα. Οι προετοιμασίες, πάντοτε αθόρυβες γίνονται σε όλα τα επίπεδα.

Η οικονομική προσφορά της Μονής στον Αγώνα υπήρξε μεγάλη. Η ενίσχυση του φρονήματος και της πίστης των Ελλήνων ήταν μέλημα των μοναχών.

Όμως κατά την Επανάσταση το μοναστήρι πυρπολήθηκε από τους Τούρκους και καταστράφηκε εκτός από το Καθολικό.

 Μετεπαναστατικοί  χρόνοι:

Από το 1828 αρχίζει η αναστήλωση του μοναστηριού και στα Καποδιστριακά χρόνια έχει κάποια αυτοτελή παρουσία. Όμως η προσπάθεια διάλυσης των μοναστηριών από τους Βαυαρούς, οι δυσλειτουργίες, εσωτερικές και εξωτερικές, προκάλεσαν κρίση στη ζωή του μοναστηριού και άρχισε να ακολουθεί φθίνουσα πορεία.

Καινούργια πνοή στο μοναστήρι έδωσε η μεταφορά του στο μετόχιτης Αγίας Μαρίνας, όπου κτίστηκε Νέο Μοναστήρι. Από το 1949 η Μονή έχει μετατραπεί σε γυναικεία. Συνεχίζει την πνευματική δραστηριότητα της Παλαιάς Μονής και αποτελεί εργαστήρι της αγάπης, της φιλανθρωπίας, της πνευματικής ζωής και κέντρο πνευματικού ανεφοδιασμού για τους πιστούς ολόκληρης της Κορινθίας και των προσκυνητών από ολόκληρη την Ελλάδα.

 ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ - ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ                   

 Αρχιτεκτονική:

Σήμερα ο προσκυνητής που θα φτάσει στο χώρο της Παλαιάς Μονής Φανερωμένης θα συναντήσει ένα σύνολο ερειπωμένων κτιρίων και εγκαταλειμμένων. Το μόνο που διασώζεται είναι το Καθολικό της Μονής, ο ναός, που έχει υποστεί επισκευές και προσθήκες στην πάροδο των αιώνων.

Ο Ναός είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο και ανήκει χρονολογικά στον 13ο αιώνα. Είναι περίπου τετράγωνος με νάρθηκα και με μία μόνη τρίπλευρη κόγχη Ιερού. Eίναι κτισμένος με στρώσεις από ακανόνιστες πέτρες και με παρεμβάλλοντα μικρά κομμάτια πλίνθων. Πάνω από την πόρτα της εισόδου  υπάρχει ψηλό δίλοβο  κωδωνοστάσιο που προστέθηκε επί Τουρκοκρατίας και κάλυψε πρακτική ανάγκη του ναού. Στην είσοδο του κυρίως Ναού βλέπουμε δύο κίονες με Ιωνικά κιονόκρανα, που πάνω τους στηρίζεται ο τρούλος. Για την προέλευση των κιόνων υπάρχουν δύο εκδοχές: 1) πιθανόν να έχουν μεταφερθεί από ερείπια ναού της αρχαίας Τενέας, που τοποθετείται δυτικά του μοναστηριού και 2) στη θέση που βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι να υπήρχε αρχαίος Ελληνικός ναός. Την εκδοχή αυτή ενισχύει η ύπαρξη νερού (πηγάδι) εντός του περιβόλου της Μονής και το ότι εκεί που υπήρχαν αρχαίοι Ναοί ξαναχτίστηκαν Χριστιανικοί, εκδοχή που δεν έχει τεκμηριωθεί με ανασκαφές.

Ο Ναός συνδυάζει όλα τα στοιχεία του Βυζαντινού πολιτισμού και τους συμβολισμούς του Χριστιανισμού. Μπαίνοντας  στο ναό νιώθουμε  την πνευματοποίηση και εξαύλωση του χώρου. Σαν να έχουμε από πάνω μας ένα χώρο έτοιμο να μας δεχτεί, ένα καλούπι μας, ένα χώρο ο οποίος με το δεσπόζοντα Παντοκράτορα, σημαίνει ότι επεκτείνεται στο άπειρο, εκτείνοντας ταυτόχρονα και μας που βρισκόμαστε από κάτω.

 

 

 

 

 

 

   Δραστηριότητες | Τα Νέα μας | Καθηγητές | Μαθητές 

Top | Home | Back